1821-2021 Διακόσια Χρόνια
ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΕΛΛΑΣ


1821-2021 Διακόσια Χρόνια
μετά την επανάσταση

Η ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
Friday, February 21, 2020
Όσο πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 γίνονται ολοένα και πιο επίκαιρα τόσο το πνεύμα όσο και τα μηνύματά της. Η κορύφωση της πορείας του Ελληνισμού από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης έως τις αρχές του 19ου αιώνα παγιώθηκε με τις αλλεπάλληλες νίκες των Ελλήνων κατά των Οθωμανών ήδη από τις πρώτες ημέρες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και κατέστη το εφαλτήριο για τη συγκρότηση πια ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους. Στο επίτευγμα αυτό συνέβαλλαν πολλοί Έλληνες και ξένοι, επιφανείς και λιγότερο γνωστοί στρατιωτικοί, πολιτικοί και απλοί άνθρωποι του μόχθου από κάθε γωνιά των λεγόμενων «Ελληνικών χωρών». Οι περισσότεροι παρέμειναν στη λήθη της ιστορίας καθώς δεν διασώθηκαν ιδιαίτερα στοιχεία για τη δράση τους. Παράλληλα η γενικότερη ιστοριογραφία της εποχής έδωσε, δικαιολογημένα ως ένα βαθμό, περισσότερη προσοχή στα μεγάλα ονόματα των νοτιοελλαδιτών οπλαρχηγών του 1821 αφήνοντας στο περιθώριο τους μικρο-καπεταναίους και μπουλουξήδες, οι οποίοι ουσιαστικά ήταν αυτοί που επωμίσθηκαν το βάρος της εφαρμογής των επιχειρησιακών σχεδίων των κατά τόπους επικεφαλής στρατιωτικών ανδρών της επανάστασης.
Η επανάσταση της Χαλκιδικής έληξε οριστικά με την παράδοση του Αγίου Όρους, τον Ιανουάριο του 1822. Αναμφίβολα η εξέγερση στην Μακεδονία δεν είχε οργανωθεί επαρκώς και τα αποτελέσματα της υπήρξαν τραγικά για τους Έλληνες των περιοχών αυτών. Σημαντικός παράγοντας αποτυχίας της εξέγερσης, ήταν και η κοντινή θέση της Χαλκιδικής σε σχέση με την Οθωμανική πρωτεύουσα της Κωνσταντινούπολης και την παρουσία μεγάλων στρατιωτικών μονάδων της Αυτοκρατορίας. Η προσφορά όμως της εξέγερσης της Χαλκιδικής στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε σημαντική (αν όχι καθοριστική). Οι Μακεδόνες επαναστάτες και οι χίλιοι και πλέον μοναχοί του Αγίου Όρους που πήραν τα όπλα επί έξι περίπου μήνες απασχόλησαν μεγάλο αριθμό τουρκικών δυνάμεων. Έτσι δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για να εδραιωθεί η Επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο.
Η επανάσταση του 1821 στην Χαλκιδική και στην Μακεδονία, αποδεικνύει αυτό που θεωρούμε όλοι αυτονόητο, αλλά αμφισβητείται πεισματικά από πολλούς σήμερα: την αδιαμφισβήτητη ενότητα του Ελληνικού Έθνους στην βάση της χριστιανικής θρησκείας και της ανάμνησης της κοινής Βυζαντινής κληρονομιάς, που δεν υπονόμευσε ούτε το σκοτάδι των τεσσάρων αιώνων Οθωμανικής σκλαβιάς.
Στην σελίδα αυτή θα συγκεντρώνονται τα σημαντικότερα άρθρα που έγραψαν επιφανείς άνθρωποι των γραμμάτων της Χαλκιδικής και σύγχρονοι ερευνητές της νεώτερης ελληνικής ιστορίας που αφορούν την ιστορία της επανάστασης του 1821 στην περιοχή μας.

Οι τρεις επετειακοί εορτασμοί-σταθμοί για το 1821:

● 17 Μαΐου 1821 / Η Επανάσταση του Πολυγύρου
Ο ξεσηκωμός του Πολυγύρου και τα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 17 Μαΐου 1821 γιορτάζονται με λαμπρότητα κάθε χρόνο τη μέρα αυτή στην πρωτεύουσα του Νομού με στολισμούς, φιλαρμονικές, δοξολογίες, πανηγυρικούς λόγους, με συμμετοχή των Δήμων και των Σχολείων από ολόκληρη τη Χαλκιδική. Και έτσι πρέπει να γίνεται γιατί από τον Πολύγυρο άναψε η πυρκαγιά της επανάστασης και οι φλόγες της πυρπόλησαν γρήγορα ολόκληρη τη Χαλκιδική. Ο Πολύγυρος έδωσε τον πρώτο νεκρό, αλλά και σ’ αυτόν χύθηκε το πρώτο εχθρικό αίμα. Σπουδαία πράγματι αρχή, αντίστοιχος είναι και ο εορτασμός.

● 10-13 Ιουνίου 1821 / Η μάχη των Βασιλικών
Είκοσι περίπου μέρες μετά έχουμε την προέλαση των επαναστατών προς τη Θεσσαλονίκη. Έτσι έπρεπε να γίνει. Η επανάσταση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται να ακολουθήσει προέλαση, επίθεση και μάχη για τη απελευθέρωση των σκλαβωμένων αδελφών. Και αυτό έγινε. Και είχαμε τη φοβερή σύγκρουση του Χάψα και των συμπολεμιστών του στα Βασιλικά, στη λυσσαλέα εκείνη φονική μάχη με την αυτοθέλητη θυσία όλων των παλικαριών, μαζί και του καπετάνιου στο πεδίο της τιμής. Θυσία που μόνο με εκείνη του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι μπορεί να συγκριθεί.
Περικαλλές και μεγαλόπρεπο το μνημείο στο τόπο της θυσίας, κάτω από το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, κατά πώς ταιριάζει στους γενναίους. Μνημόσυνο και απλός ο εορτασμός με πανηγυρικό και κατάθεση στεφανιών κάθε χρόνο τη δεύτερη Κυριακή του Ιουνίου, με γενικό συντονιστή τον Παγχαλκιδικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης», με πρωτοβουλία, φροντίδα, δαπάνη και αγώνα του οποίου αναγέρθηκε το μνημείο.

● 14 Νοεμβρίου 1821 / Ο «Χαλασμός» της Κασσάνδρας
Ο «Χαλασμός» χιλιοτραγουδήθηκε, μοιρολογήθηκε, υμνήθηκε ως γεγονός μέγιστης αυτοθυσίας και λεβεντιάς στην υπεράσπιση του πατρίου εδάφους, αλλά και ως τόπος μαρτυρίου των χιλιάδων ανυπεράσπιστων παιδιών, γυναικών και γερόντων, που έπεσαν στα χέρια του εχθρού και υπέστησαν φρικτό θάνατο από τα φοβερά βασανιστήρια. Έτσι στην Νέα Ποτίδαια κάθε χρόνο, με παρουσία όλων των Αρχών της χερσονήσου, γιορτάζεται με λαμπρότητα η επέτειος, με εκδηλώσεις παρόμοιες με εκείνες του Πολυγύρου.

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Κωνσταντίνος Παπαρρηγοπούλος «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»
Απόστολος Βακαλόπουλος «Ιστορία του νέου Ελληνισμού»
Σπυρίδων Τρικούπης «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης»
Ιωάννης Βασδραβέλλης «Ο Αγώνας του 1821 στην Μακεδονία»
Παναγιώτης Στάμος «Σύνοψις των υπέρ της Ελευθερίας ηρωϊκών της Χαλκιδικής αγώνων»
Παναγιώτης Στάμος «Η ηρωϊκή Κασσάνδρα ανά τους αιώνας»
ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ - Έκδοση Ιστορικής Και Λαογραφικής Εταιρείας της Χαλκιδικής
ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ - Περιοδική Έκδοση Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης»
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ - Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού συλλόγου Κασσανδρινών
Νικόλαος Εμμ. Παπαοικονόμου - Αρχαιολόγος-Συγγραφέας
Τιμολέων Ι. Μακρογιάννης - Ομότιμος καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας ΑΠΘ

ΕΡΕΥΝΑ & ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ:

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
Sunspot Web Design
63077 Κασσάνδρεια Χαλκιδικής
e-mail: kass2010@otenet.gr - Τηλ. +302374023330

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Friday, February 21, 2020
Η σημασία της Επανάστασης του 1821 υπήρξε καταλυτική για την ιστορία της Ευρώπης «Μέχρι του 1821, η ιστορία της Ευρώπης, παρά τας γενναίας αποπείρας αι οποίαι είχον σημειωθεί εις την Ιταλίαν και αλλαχού, εφαίνετο υποκύπτουσα εις τα αναχρονιστικά συνθήματα. Εάν δεν απεφάσιζαν οι Έλληνες να τολμήσουν ό,τι ετόλμησαν εις την Αγίαν Λαύραν και, παραλλήλως ή εν συνεχεία, καθ’ όλην την υπόδουλον χώραν, είναι ζήτημα εάν ο 19ος αιών θα εχαρακτηρίζετο σήμερον ως αιών των εθνοτήτων, δηλαδή της αποκαταστάσεως των εθνικών κρατών. Οι Έλληνες δεν απετίναξαν μόνον τον ζυγόν υπό τον οποίον οι ίδιοι ετέλουν, αλλά κατήργησαν εμμέσως την έννοιαν παντός ζυγού εις την Ευρώπην ολόκληρον, δημιουργήσαντες τας ηθικάς και πολιτικάς προϋποθέσεις διά την εκδήλωσιν των διαφόρων εθνικών εξεγέρσεων, αι οποίαι, είτε επιτυχούσαι, ως εν Ιταλία, είτε επανειλημμένως και τραγικώς κατασταλείσαι, ως εν Πολωνία, έδωσαν εις τον 19ον αιώνα το χρώμα του και το μέγα ιστορικόν του νόημα».

Παναγιώτης Κανελλόπουλος
«Ιστορικά Δοκίμια» Αθήνα 1975

Η νομιμότητα του ελληνικού Αγώνα

«Από την επαναστατική προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και αυτές των επαναστατών στη νότια Ελλάδα, το 1821, έως τις τελευταίες ανάλογες επίσημες διακηρύξεις οι Έλληνες δεν φείδονταν λόγων προκειμένου να στηρίξουν το επιχείρημα της νομιμότητας του αγώνα τους. Οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, οι χώρες τους είχαν κατακτηθεί και οι ίδιοι είχαν υποδουλωθεί, αλλά δεν είχαν ποτέ ενσωματωθεί ως οργανικό μέρος της πολιτείας των κατακτητών. Δεν ήταν «αποστάται» οι Έλληνες, κατά τον συντάκτη των «Ελληνικών Χρονικών» του Μεσολογγίου, επειδή δεν είχαν υποταχθεί σε «νόμιμον αρχήν», και η Ελλάδα δεν είχε αποτελέσει «νόμιμον τμήμα της οθωμανικής επικρατείας». Η τουρκική κυριαρχία, σύμφωνα με άλλη εφημερίδα των επαναστατών, είχε τη μορφή στρατιωτικής κατοχής: οι Τούρκοι «εστρατοπέδευον» στις ελληνικές χώρες, δεν ήταν νόμιμοι κάτοχοι και κάτοικοί τους. Η Ελληνική Επανάσταση λοιπόν αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της νομιμότητας».

Θάνος Βερέμης & Γιάννης Κολιόπουλος
«Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια. Από το 1821 μέχρι σήμερα» Αθήνα 2006

Ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης

Η επανάσταση των Ελλήνων το 1821 εξασφάλισε στο έθνος, ύστερα από πολλούς αιώνες υποταγής σε ξένους κυριάρχους, ανεξάρτητη εθνική εστία. Η Επανάσταση του 1821 ήταν προϊόν εθνικού κινήματος, το οποίο αναπτύχθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα και τις πρώτες του 19ου, αν και οι καταβολές του ανάγονταν σε προγενέστερες εποχές. Η Ελληνική Εθνική Παλιγγενεσία, όπως ονομάστηκε το εθνικό κίνημα των Ελλήνων, συγγένευε με τα εθνικά κινήματα της ίδιας εποχής που αναπτύχθηκαν στις ιταλικές και τις γερμανικές χώρες -οι οποίες αποτέλεσαν την Ιταλία και τη Γερμανία αντίστοιχα- στις βρετανικές αποικίες στη Βόρεια Αμερική -οι οποίες αποτέλεσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής- καθώς και στην προεπαναστατική και επαναστατημένη Γαλλία.
Το ελληνικό εθνικό κίνημα ήταν πολιτικό κίνημα· αποσκοπούσε δηλαδή, όπως και τα αντίστοιχα κινήματα στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Αμερική, όχι απλώς στην απελευθέρωση του έθνους και στη συγκρότηση ανεξάρτητου εθνικού κράτους, αλλά στη σύσταση αντιπροσωπευτικής και ευνομούμενης πολιτείας. Αυτά τα χαρακτηριστικά διαμορφώθηκαν και εμφανίστηκαν υπό την επίδραση των πολιτικών μηνυμάτων που εκπορεύονταν από την επαναστατημένη Γαλλία.
Από τα κυριότερα συστατικά στοιχεία του ελληνικού εθνικού κινήματος υπήρξαν:
α) η προβολή των Ελλήνων της εποχής ως απογόνων και κληρονόμων των αρχαίων Ελλήνων,
β) η ταύτιση των Ελλήνων με τους άλλους Ευρωπαίους και η διάκρισή τους από τους Τούρκους,
γ) η καταγγελία της τουρκικής κυριαρχίας ως παράνομης και της εξουσίας του Οθωμανού σουλτάνου ως αυθαίρετης και
δ) η προβολή του δικαιώματος των Ελλήνων να διεκδικήσουν την απελευθέρωσή τους από την κυριαρχία και την εξουσία των Τούρκων και να συστήσουν ανεξάρτητη και ευνομούμενη πολιτεία στη βάση των αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης και της λαϊκής κυριαρχίας.

Οργάνωση και έκρηξη της επανάστασης

Την Επανάσταση του 1821 προκάλεσε η Φιλική Εταιρεία, μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας από τρεις Έλληνες, τρεις άσημους εμπόρους ή γραμματείς εμπόρων, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Σημαντικά και δραστήρια στελέχη της μυστικής πατριωτικής οργάνωσης υπήρξαν ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και ο Παναγιώτης Σέκερης. Αρχική πρόθεση των συνωμοτών πατριωτών ήταν να προκληθεί, αφού θα είχε αναπτυχθεί η Εταιρεία και όταν παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία, γενική επανάσταση των Ελλήνων για την απελευθέρωση της πατρίδας από τους Οθωμανούς Τούρκους. Στόχοι των πατριωτών ήταν να κατηχήσουν στην Εταιρεία όσο το δυνατόν περισσότερους σημαίνοντες Έλληνες, να αναθέσουν την ηγεσία στον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών τότε της Ρωσίας, και μέσω αυτού να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της κραταιάς και ομόδοξης χώρας του Βορρά.
Από τους τρεις στόχους οι ηγέτες της Εταιρείας μόνο τον πρώτο πέτυχαν· αυτοί και άλλα στελέχη της κατήχησαν πλήθος Ελλήνων. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία, επειδή έκρινε πως οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν την επιτυχία ενός εγχειρήματος, όπως αυτό που σχεδίαζε η Εταιρεία. Επιπλέον, τόσο οι αρχές του όσο και η ιδιότητά του ως διπλωμάτη δεν ήταν συμβατές με τις αντίστοιχες ριζοσπαστικές ιδέες που ενέπνεαν τη δράση της Φιλικής Εταιρείας. Για τον ίδιο λόγο ο Καποδίστριας αρνήθηκε να ζητήσει από τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α΄ τη συνδρομή της Ρωσίας στη σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ελλήνων. Γνώριζε πολύ καλά τις αρνητικές διαθέσεις των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς τις ρήξεις με τη νομιμότητα και τις ανατροπές, όπως αυτή που σχεδίαζαν οι πατριώτες της Οδησσού, ενώ ήταν πεπεισμένος ότι η υποστήριξη της Ρωσίας προς το ελληνικό εγχείρημα θα έβλαπτε την ελληνική υπόθεση, επειδή θα έστρεφε τις άλλες δυνάμεις εναντίον της Ρωσίας.
Η ηγεσία της Εταιρείας δόθηκε εν τέλει, στις αρχές του 1820, στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, γόνο επιφανούς οικογένειας Φαναριωτών στην υπηρεσία τότε του Ρώσου τσάρου. Η αποδοχή της ηγεσίας από τον πρίγκιπα Υψηλάντη, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, ήταν προϊόν πατριωτισμού, αλλά και έλλειψης σύνεσης. Ο ρομαντικός πατριώτης δεν ήταν μάλλον σε θέση να εκτιμήσει τις πολιτικές πλευρές του εγχειρήματος και την τεράστια ευθύνη που αναλάμβανε απέναντι στο έθνος. Η υψηλή του θέση στον στρατό αλλά και στην κοινωνία της Ρωσίας καθιστούσε αληθοφανή τον ευσεβή πόθο των Ελλήνων της εποχής ότι η Εταιρεία και ο Υψηλάντης είχαν την υποστήριξη της Ρωσίας. Άλλωστε, με την έξοδό του στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τον Φεβρουάριο του 1821, ο Υψηλάντης φαίνεται πως υπολόγιζε λιγότερο στην πρόκληση γενικής εξέγερσης, που οραματίζονταν ορισμένοι Φιλικοί, και περισσότερο σε έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο, τον οποίο θα προκαλούσε η αναμενόμενη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στις Ηγεμονίες και η εξίσου αναμενόμενη προσπάθεια της Ρωσίας να περιφρουρήσει το ιδιότυπο καθεστώς αυτονομίας τους.
Επαναστατικές εστίες προκλήθηκαν από τους αποστόλους της Εταιρείας σε πολλά μέρη της επικράτειας του Οθωμανού σουλτάνου, προκειμένου να επιτευχθεί γενική εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου κατοικούσαν ή παρεπιδημούσαν πολλοί Έλληνες, ιδίως μάλιστα στις πόλεις της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο και στα νησιά του Αιγαίου, παντού, οι Έλληνες ύψωσαν τη σημαία με τον σταυρό και κατήγγειλαν την εξουσία του σουλτάνου ως παράνομη, αυθαίρετη και τυραννική, διακήρυξαν δε την απόφασή τους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Μολδαβία και τη Βλαχία, ο Εμμανουήλ Παππάς στη Μακεδονία, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας έβαλαν φωτιά στις ευρωπαϊκές κτήσεις του σουλτάνου. Η αγριότητα με την οποία αντέδρασε ο τελευταίος στην πρόκληση των Ελλήνων απέτρεψε το ενδεχόμενο μεσολάβησης μεταξύ των δύο μερών, κατέστησε τους Έλληνες εμπολέμους και, εν μέρει, έκρινε και την έκβαση της επανάστασης.

ΙΣΤOPIA TOY ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΚΑΙ TOY ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
(από το 1815 έως σήμερα)
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ»
Ιωάννης Κολιόπουλος - Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΤΟ 1821
Friday, February 21, 2020
Στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης του 1821 η Μακεδονία έχει να επιδείξει μεγάλα και εξαιρετικής σημασίας γεγονότα όπως η εξέγερση της Χαλκιδικής, οι σφαγές της Θεσσαλονίκης και ο «ΧΑΛΑΣΜΟΣ της ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ».
Η Χαλκιδική έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης του ελληνικού έθνους από το τουρκικό ζυγό, λόγω της ευνοϊκής γεωγραφικής θέσης της, του συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού της και της γειτνίασής της με την Θεσσαλονίκη. Όπως είναι γνωστό στους αιώνες της τουρκοκρατίας η χερσόνησος της Χαλκιδικής, με τον ορεινό και δασώδη όγκο του Χολομώντα, αποτέλεσε, όπως και άλλες παρόμοιες ελληνικές περιοχές, ένα καταφύγιο και άσυλο των καταδιωγμένων πληθυσμών των πεδιάδων. Όχι μόνο εμποδίστηκε η μετανάστευση και η διαρροή των κατοίκων της αλλά δέχθηκε και πρόσφυγες από αλλού με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο πληθυσμός της και να διατηρήσει σχεδόν αμιγή την ελληνικότητα της, τα προνόμια και τις εκκλησίες της. Σ’ αυτό συντέλεσε η ύπαρξη του Αγίου Όρους, των Μαντεμοχωρίων της γνωστής προνομιακής κοινότητας και της ομοσπονδίας των χωριών της Κασσάνδρας. Στην εξέγερση της Χαλκιδικής άμεση και παλλαϊκή υπήρξε και η συμμετοχή των κατοίκων της χερσονήσου της Κασσάνδρας. Οι Κασσανδρινοί όπως και οι άλλοι Έλληνες των διαφόρων περιοχών έπραξαν με απλότητα το χρέος τους προς την υπόδουλη πατρίδα και θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία του γένους. Ο επαναστατικός αγώνας στη Χαλκιδική άρχισε όπως είναι γνωστό, με την άφιξη στο Άγιον Όρος κατά τα τέλη Μαρτίου 1821, του Σερραίου μεγαλέμπορου και Φιλικού Εμμανουήλ Παπά.
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ακολουθώντας την εντολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να προετοιμάσει το έδαφος και να ξεσηκώσει την Μακεδονία, προμηθεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη όπλα και πολεμοφόδια και με το καράβι του Χατζή Βισβίζη από τον Αίνο, αναχώρησε για το Άγιον Όρος, που θεωρούνταν ως το πιο κατάλληλο ορμητήριο, γιατί πολλοί μοναχοί είχαν μυηθεί ήδη στην Φιλική Εταιρεία. Στις 17 Μαίου άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις στον Πολύγυρο και τα φοβερά αντίποινα των Οθωμανών στη Θεσσαλονίκη, τα οποία όμως αντί να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες, έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα, τους εξαγρίωσαν και προκάλεσαν τη γενίκευση της επανάστασης στη Χαλκιδική. Η Κασσάνδρα και το Άγιο Όρος, αποτελούσαν στρατηγικά ερείσματα για την εξάπλωση και διατήρηση της επανάστασης στη Χαλκιδική, γιατί ήταν εύκολο να οχυρωθούν και να κρατηθούν και με σύμπραξη του στόλου να αποτελέσουν θαυμάσια ορμητήρια και άσυλα. Η επανάσταση στη Χαλκιδική προχωρούσε αργά και χωρίς οργάνωση. Οι περισσότεροι ήταν άοπλοι. Τα επαναστατικά σώματα ήταν ασύντακτα και χωρισμένα σε δύο κυρίως τμήματα:
Το ένα αποτελείται από Μαντεμοχωρίτες και μοναχούς με αρχηγό τον Εμμανουήλ Παπά και το άλλο από Κασσανδρινούς και Χασικοχωρίτες με αρχηγό τον Χάψα.
Το σώμα του Εμμανουήλ Παπά, αφού απώθησε μικρή Οθωμανική δύναμη από την Ιερισσό, προχώρησε προς τον Σταυρό και έφθασε στο στενό της Ρεντίνας, ενώ το σώμα του Χάψα καταδίωξε τους Οθωμανούς και έφθασε σε απόσταση τριών ωρών από τη Θεσσαλονίκη. Στις αρχές του Ιουνίου 1821, πλήθη τρομοκρατημένων Οθωμανών χωρικών, που εγκατέλειπαν τα πυρπολημένα χωριά τους έφθαναν και κατασκήνωναν έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Οι Οθωμανοί της πόλης αυτής ετοιμάζονται για αντεπίθεση. Η σύγκρουση γίνεται στην πεδινή περιοχή του Σέδες και οι επαναστάτες μη μπορώντας ν’ αντιμετωπίσουν τις επελάσεις του ιππικού αναγκάζονται να αποσυρθούν στα Βασιλικά. Τότε σκοτώθηκε ο Χάψας, που παρέμεινε στο πεδίο της μάχης με μικρό αριθμό πολεμιστών από τη Συκιά.
Η Οθωμανική απειλή και η έλλειψη πολεμοφοδίων αναγκάζουν τους επαναστάτες που ακολουθούνται από χιλιάδες γυναικόπαιδα να καταφύγουν στις χερσονήσους της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας και του Αγίου Όρους.
Η επανάσταση της Χαλκιδικής περιορίζεται τώρα στις χερσονήσους του Αγίου Όρους και της Κασσάνδρας που θα μπορούσαν, αν οχυρώνονταν, να γίνουν απόρθητες, μια και τα ελληνικά καράβια τις προστατεύουν από θαλάσσιες επιδρομές.
Στο Άγιο Όρος οι επαναστάτες οχυρώνονται στον Πρόβλακα, ενώ στην Κασσάνδρα στο πιο στενό μέρος του ισθμού της στις Πόρτες. Στις 27 Ιουνίου ο Αχμέτ μπέης επιτίθεται εναντίον του Ελληνικού στρατοπέδου, αλλά αποκρούεται. Την επόμενη κατευθύνεται προς την Ορμύλια, όπου συναντά επίσης ισχυρή αντίσταση και υποχωρεί. Οι επιθέσεις συνεχίζονται και τις πρώτες μέρες του Ιουλίου, χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια περίοδο το ελληνικό στρατόπεδο ενισχύεται με 400 πολεμιστές από τον Όλυμπο και λίγο αργότερα με 200 ακόμη υπό τον Διαμαντή Νικολάου. Λόγω διαφόρων συγκυριών και συνεχών συγκρούσεων με τους Οθωμανούς η κατάσταση των Ελλήνων οπλοφόρων στο στρατόπεδο της Κασσάνδρας διαρκώς χειροτέρευε και δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Γι’ αυτό κι οι περισσότεροι μαζί με τους αρχηγούς τους εγκατέλειψαν τη χερσόνησο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έλλειψη πολεμοφοδίων, τροφίμων, την απειρία των νέων αρχηγών και τις αρρώστιες, προκάλεσαν μοιραία την πτώση του ηθικού με αποτέλεσμα την αποσύνθεση του ελληνικού στρατοπέδου. Οι Οθωμανοί καθημερινά πλησίαζαν τις ελληνικές γραμμές με αλλεπάλληλα προχώματα.
Διοικητής των στρατευμάτων και Πασάς της Θεσσαλονίκης διορίζεται ο ικανός και δραστήριος βεζίρης Μεχμέτ Εμίν, ο επονομαζόμενος για τη σκληρότητα του, Εμπού Λουμπούτ, στον οποίο η Πύλη αναθέτει να εκστρατεύσει εναντίον του Αγίου Όρους και της Κασσάνδρας. Κατά τα μέσα Οκτωβρίου με 3.000 περίπου άνδρες κινείται εναντίον της Κασσάνδρας, που την υπεράσπιζαν μόνο 430 Έλληνες. Ταυτόχρονα έρχονται και 20 πλοία για να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις του. Η απόπειρα του στα τέλη Οκτωβρίου να εκβιάσει το στενό με πλευρική απόβαση 600 ανδρών αποτυχαίνει. Ο ισθμός γεμίζει από πτώματα ανδρών και αλόγων, ενώ ένα από τα καράβια του αιχμαλωτίζεται με 28 άνδρες. Παρά την πρώτη αποτυχία ο Μεχμέτ Εμίν δεν αποθαρρύνεται, αλλά ετοιμάζει γενική επίθεση. Διατάζει να του σταλούν επειγόντως ενισχύσεις και να μετακινηθούν προς το μέτωπο της Κασσάνδρας. Προτού εξαπολύσει την τελική επίθεση, καλεί τους επαναστάτες να υποταχθούν, υποσχόμενος γενική αμνηστία. Του απάντησαν «μολών λαβέ».
Τα ξημερώματα της 14ης Νοεμβρίου 1821 οι Οθωμανοί ορμούν με αλαλαγμούς να διαβούν την τάφρο. Για πολλές ώρες αποκρούονται νικηφόρα από τους Κασσανδρινούς μαχητές, οι οποίοι μάχονται ως αληθινοί Μακεδόνες.
Ο Λουμπούτ, βλέποντας ότι με την επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου δεν κατορθώνει τίποτε, αιφνιδιαστικά επιτέθηκε κατά του Δυτικού μόνο άκρου της τάφρου το οποίο είχε δύναμη 100 μόνο ανδρών υπό τον Κασσανδρινό μεγάλο Γιαννιό. Το άκρο της τάφρου ήταν πράγματι περισσότερο ρηχό. Οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να διαβούν την Τάφρο από το σημείο αυτό, ρίχνοντας όπως λέει η παράδοση μεγάλους σάκους μαλλιών και πάνω από αυτά πέτρες και πλάκες. Έτσι βρέθηκαν στα μετόπισθεν των μαχητών, οπότε η έκβαση του αγώνα είχε πλέον κριθεί, υπέρ των Οθωμανών.
Οι αγωνιστές κάμφηκαν φυσικά λόγω της συντριπτικής αριθμητικής υπεροχής των αλλοθρήσκων αλλά δεν υποτάχτηκαν, ούτε παραδόθηκαν. Οι επιζώντες μαχητές υποχώρησαν, πάντοτε μαχόμενοι, προς τα Παζαράκια (Κρυοπηγή σήμερα), το Παλιούρι και το Ποσείδι, απ’ όπου μαζί με πολλά γυναικόπαιδα, κατέφυγαν στο Άγιο Όρος και στα νησιά Ύδρα και Αίγινα.
Τα θηριώδη στίφη των μουσουλμάνων με την άδεια του Λουμπούτ ξεχύθηκαν στην όμορφη γη, πυρπόλησαν όλα τα σπίτια, λεηλάτησαν περιουσίες, βασάνισαν, έσφαξαν και αιχμαλώτισαν αθώους. Ο τόπος για μήνες κάπνιζε από τις πυρπολήσεις των κατακτητών.
Η Κασσάνδρα ερημώθηκε.
Μετά την πτώση της Κασσάνδρας η επανάσταση της Χαλκιδικής ουσιαστικά έχει κριθεί. Ο Εμμανουήλ Παπάς περνά στο Άγιο Όρος. Πλέοντας όμως προς την ελεύθερη Ελλάδα, παθαίνει συγκοπή και το καράβι τον βγάζει νεκρό στην Ύδρα, όπου τον κηδεύουν με τιμές.
Κανείς, ακόμη και σήμερα, δεν μπορεί να υπολογίσει τον αριθμό των τραγικών θυμάτων στην Κασσάνδρα καθώς και εκείνων, κυρίως γυναικών και παιδιών που σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και τον αναγκαστικό εξισλαμισμό.
Η επανάσταση της Χαλκιδικής έληξε οριστικά με την παράδοση του Αγίου Όρους, τον Ιανουάριο του 1822.
Οι όροι που επιβλήθηκαν στους μοναχούς ήταν βαρύτατοι. Μεταξύ αυτών ήταν η αποστολή ομήρων στην Κωνσταντινούπολη, η εγκατάσταση Οθωμανικής φρουράς και η καταβολή διπλάσιων των καθυστερημένων φόρων. Το τέλος της επανάστασης έβρισκε τη Χαλκιδική ερειπωμένη.Συνολικά 78 χωριά και 59 αγιορείτικα μετόχια καταστράφηκαν. Ο ηρωικός αγώνας όμως δεν πήγε χαμένος.
Οι επαναστάτες επί έξι περίπου μήνες απασχόλησαν μεγάλο αριθμό τουρκικών δυνάμεων. Έτσι δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για να εδραιωθεί η Επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Εξίσου σημαντικός ήταν ο ηθικός αντίκτυπος. Η επανάσταση της Χαλκιδικής ενέπνευσε ολόκληρες γενιές Μακεδόνων στους μετέπειτα αγώνες για ελευθερία.

ΤΙΜΟΛΕΩΝ Ι. ΜΑΚΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ομότιμος καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας
του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ
(14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1821)
Friday, February 21, 2020
Η νεότερη ιστορία της Κασσάνδρας είναι πράγματι μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που λυτρώνει, αναμορφώνει αλλά και διδάσκει. Καταφεύγοντας σ'αυτήν διαπιστώνουμε πόσο ψηλότερο ήταν το επίπεδο των προγόνων μας, από την άποψη των αρχών και πεποιθήσεων καθώς και από την άποψη του χρέους και του καθήκοντος για την αναστύλωση της υπόστασης του Έθνους και του μεγαλείου της φυλής μας.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, λίγο πριν το 1821, ο περήφανος τότε λαός της Κασσάνδρας, απεργάζετο σχέδια υψηλά για τον ίδιο και την πατρίδα, αδιαφορώντας για οποιοδήποτε πιθανό και ενδεχόμενο τίμημα. Έτσι προέκυψε ορμητικός, κάτω από οποιαδήποτε λογική, ο επικός αγώνας των Κασσανδρινών μαχητών του 1821.
Οι Κασσανδρινοί από τις αρχές του 1800, φιλοξενούσαν, κρυφά από τον Τούρκο κατακτητή, εκατοντάδες οικογένειες αγωνιστών του Ολύμπου, αλλά και άλλων ορεινών περιοχών. 70 Ελληνικά πειρατικά πλοία κυριαρχούσαν στο Β. Αιγαίο.
Εκείνη την περίοδο εγκαταστάθηκε στη ΒΑΛΤΑ ο μεγαλοέμπορος Γιαννιός Χατζηχριστοδούλου με την σύζυγό του Ανθή και τις δύο κόρες του, την Αναστασία και την Κοκώνα. Αυτός μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρείας πολύ νωρίς, πριν δηλαδή ξεσπάσει η Επανάσταση του 1821. Ο πρώτος «Φιλικός Επισκέπτης» στην Κασσάνδρα και γενικότερα στη Χαλκιδική φέρεται ότι ήταν ο αρματολός του Ολύμπου Φαρμάκης Ιωάννης, από το χωριό Βλάστη του Νομού Κοζάνης.
Ο Γιαννιός κατά το 1810, άγνωστο για ποια αιτία, εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Ευρισκόμενος εκεί κάποια στιγμή διορίστηκε από τον Γιουσούφ Πασσά, Διοικητή Θεσσαλονίκης, ως εκπρόσωπος της Τουρκικής Κυβέρνησης στην Κασσάνδρα. Οι αρμοδιότητές του ήταν: ως Διοικητής της Κασσάνδρας, (Βοεβόδας) έπρεπε να εφαρμόζει πιστά την ισχύουσα Τούρκικη νομοθεσία και επιπλέον να εισπράττει και τους τούρκικους φόρους από τους κατοίκους. Αυτά τα καθήκοντά του ήταν πολύ περισσότερο αυξημένα σε σχέση με εκείνα του προκατόχου του, μικρού Βοεβόδα. Για το λόγο αυτό, όταν εγκαταστάθηκε και πάλι στη Κασσάνδρα, ως Βοεβόδας, οι κάτοικοι τον αποκαλούσαν μεγάλο Βοεβόδα ή απλά «Μεγάλο Γιαννιό», λόγω του αξιώματός του, και το προσωνύμιο αυτό τον ακολούθησε ιστορικά. Με τη νέα του ιδιότητα εργάστηκε, με πολλούς και διαφόρους τρόπους, υπέρ των συμπατριωτών του. Τελικά φέρεται ως ο πρωτεργάτης της επανάστασης της Κασσάνδρας κατά το 1821. 
Στις 18 Μαΐου 1821 τέσσερα Ελληνικά πλοία ήρθαν στην Κασσάνδρα και ανήγγειλαν το χαρμόσυνο γεγονός της επανάστασης των Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Ο Γιαννιός, ως φλογερός πατριώτης, αμέσως κάλεσε σε σύσκεψη, στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου στην Κασσάνδρα, όλους τους προέδρους των χωριών της Κασσάνδρας, καθώς και αρκετούς οπλαρχηγούς και μαζί με τους αρχηγούς των ως άνω πλοίων, κήρυξαν την Επανάσταση. Στη συνέχεια συνέλαβαν την Τούρκικη φρουρά και τις αρχές που υπήρχαν στην Κασσάνδρα. Φέρεται ότι τους φόνευσαν, εκτός του βοηθού του Κατή τον οποίον εγκαίρως φυγάδευσε ο Γ. Καραθανάσης από την Άθυτο.
Την 29η του μηνός Μαίου 1821 οι Κασσανδρινοί έστειλαν προς τους Αγιορείτες Μοναχούς μια μνημειώδη διακήρυξη η οποία κατέληγε ως εξής: «… Στείλατε την είδηση της επανάστασής μας προς τα Μαδεμοχώρια και ταχύνατε δια να λάβωμεν και παρά Θεού και παρά του Γένους το στέφανον». Πρώτος υπογράφει ο Γιαννιός Χατζηχριστοδούλου και μετά οι οπλαρχηγοί: Αναγνώστης Γεωργίου, ο Δημήτριος Ιωάννου, ο καπετάν Μανώλης, ο καπετάν Καμπούρης Γεώργιος και ο καπετάν Γεωργίου Ιωάννης. Στις 6 Ιουνίου 1821 o Μεγάλος Γιαννιός και η παρέα του έστειλαν προς τον πρωτεργάτη της Επανάστασης στη Χαλκιδική Εμμανουήλ Παπά, ευρισκόμενο στο Άγιο Όρος, επιστολή όπου ζητούσαν να τους αποστείλει ένα έμπειρο πρόσωπο περί τα πολεμικά, για να αναλάβει την αρχηγία των επαναστατών. Μετά τη θυσία του καπετάν Χάψα με τα 62 παλληκάρια από το χωριό Συκιά, στη μάχη των Βασιλικών, οι απομείναντες μαχητές συνέχισαν τον αγώνα της λευτεριάς στο στενό «πόρτες» της Κασσάνδρας. Εκεί φέρεται να πρωτοστατεί και πάλι ο Μεγάλος Γιαννιός με περίπου 400 μαχητές Κασσανδρινούς. Οι μαχητές αυτοί έβγαλαν για αρχηγό τους τον Κώστα Καρατάσιο από τα Παζαράκια και για καπετάνιο τους τον Αθανάσιο Κάψα από τα Παζαράκια επίσης. Ορκίστηκαν από τον Παπαστρατή από τον Άγιο Μάμα «εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ώστε να θυσιάσουν το παν μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός τους για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Στη συνέχεια με πρόταση του Μιχαλάκη από το Πολύχρονο έσκαψαν, με σκαπάνες και φτυάρια, το στενό μέρος της στεριάς που χώριζε τις δύο θάλασσες, Θερμαϊκό και Τορωναίο Κόλπο και έτσι οι δύο θάλασσες ενώθηκαν. Τελικά το άνοιγμα προς τη πλευρά του Θερμαϊκού ήταν αρκετά ρηχό. Ο Μεγάλος Γιαννιός μαζί με τον Εμμανουήλ Παπά, που και αυτός ήλθε στην Κασσάνδρα, είχαν την γενική εποπτεία του αγώνα. Το στρατηγείο τους ήταν στον Βυζαντινό Πύργο του Αγίου Παύλου.
Ο Ε. Παππάς πρωτοστατεί στην οργάνωση της άμυνας. Του μένουν ακόμη λίγα χρήματα από την τεράστια περιουσία που είχε κάποτε. Στην αρχή παρατάσσει 1000 περίπου πολεμιστές. Ζητεί ενισχύσεις από τους Υδραίους και τον Υψηλάντη. Με εντολή του Υψηλάντη έρχονται για βοήθεια από τον Όλυμπο οι οπλαρχηγοί Διαμαντής, Μπίνος και Λιακόπουλος με 600 περίπου πολεμιστές. Σκαύονται χαρακώματα, χτίζονται προτειχίσματα, στήνονται φράγματα. Οι γυναίκες σαν άλλες Μεσολογγίτισσες φροντίζουν για τον επισιτισμό και την περίθαλψη των τραυματιών. Με άλλα λόγια ένα ακούραστο μελισσολόι, ανεπηρέαστο απ' ότι είχε συμβεί έως τώρα επιδίδεται με αυταπάρνηση στον αγώνα, συνεπαρμένο από το όραμα της λευτεριάς.
Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε 80 περίπου φυλάκια των 5 ατόμων.
Στη συνέχεια ο Τούρκος Βαλής της Θεσσαλονίκης έστειλε 7 Πασάδες, με το ασκέρι τους, να πολεμήσουν τους Κασσανδρινούς μαχητές. Η λαϊκή μούσα λέει: «7 Πασάδες πολεμούν την έρημη Κασσάνδρα, Κανένας δεν τη πάτησε κανένας δεν την πήρε, Λουμπούτ Πασάς την πάτησε Λουμπούτ Πασάς την πήρε».
Έτσι ένα βράδυ, την πρώτη Νοεμβρίου 1821 (με το παλιό ημερολόγιο), εορτή των Αγίων Αναργύρων, ξημέρωμα, (ώρα 1:30 πρωινή) ο Λουμπούτ πασάς (7ος Πασάς) επιτέθηκε τους Κασσανδρινούς μαχητές με το εξής στρατηγικό σχέδιο.
Ύστερα από έντονα πυρά πυροβολικού, στο Ανατολικό μέρος (Τορωναίος κόλπος) της διώρυγας, ενήργησε αλλεπάλληλες επιθέσεις πεζικού και ιππικού στο ίδιο αυτό μέρος. Έτσι η μεγάλη μάζα των Κασσανδρινών μαχητών μετατοπίστηκε προς το Ανατολικό μέρος όπου γινόταν η μεγάλη επίθεση των Τούρκων. Στο Δυτικό μέρος της διώρυγας (Θερμαϊκός κόλπος) παρέμεινε ο Μεγάλος Γιαννιός, ως αρχηγός, με λίγους μόνο μαχητές. Κάποια όμως στιγμή ένα μεγάλο τμήμα του Τούρκικου στρατού μετατοπίστηκε αιφνίδια προς το Δυτικό μέρος. Είχαν προφανώς την πληροφορία ότι εκεί ήταν ρηχά τα νερά και αφού έριξαν σάκους με μαλλιά και χώμα, σανίδια, βαρέλια και κλαδιά κατόρθωσαν να περάσουν, τακτικά τμήματα του στρατού τους, μέσα στην Κασσάνδρα, στα νώτα δηλαδή των ολίγων μαχητών του μεγάλου Γιαννιού, τους οποίους και εξουδετέρωσαν. Το κακό συνέχισε και με τους άλλους μαχητές και τελικά ακολούθησε ο γνωστός «χαλασμός» της Κασσάνδρας.
Η παράδοση λέει ότι έγιναν μάχες και στα υψώματα του Πίνακα, της Κύψας και της Παλιόχωρας. Σχετικά δημοτικά τραγούδια αναφέρουν επίσης ότι έγιναν μάχες και στην Επάνω-χώρα, Λεκάνη,Παλαιόκαστρο, Στενάδια και υψώματα Αγίου Παντελεήμονα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή περιοχή είναι και σήμερα γνωστή με την τοπωνυμία «Ελληνικά».
Ο απολογισμός αυτού του αγώνα υπήρξε φρικτός. Πάνω από 10.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν και ο αριθμός των αιχμαλώτων άγνωστος. Η Κασσάνδρα έγινε «ολοκαύτωμα» των απίστων. Κανείς δεν ξέφυγε από το γιαταγάνι των Οθωμανών και τη φωτιά των Εβραίων.
Έτσι το «ολοκαύτωμα» της Κασσάνδρας είχε ολοκληρωθεί. Η γραφική και πευκόεσα Κασσάνδρα είχε μεταβληθεί σε άχαρο τοπίο, ενδιαίτημα γλαυκών και ορνέων με διεσπαρμένα εδώ και εκεί νεκρά σώματα αγωνιστών άταφα και άκλαφτα. Τα αγριοπούλια πετούσαν σκιαγμένα εδώ και εκεί και ο κόρακας έκραζε ολημερίς από ψηλά ώστε και πάλι ο λαϊκός ποιητής να τον ρωτήσει περίλυπα ήθελε: «Τι κλαις καημένε κόρακα, τι έχεις και όλο σκούζεις. Μη να διψάς για αίματα μη να πεινάς για λέσια; Πέρασε από τα Κύψελα και μέσα από τη χώρα, πέρασε από τον Πίνακα και σύρε στο Παλιόκαστρο και στην επάνω χώρα. Εκεί είναι τα αίματα εκεί είναι τα λέσια…»
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η θυσία όλων εκείνων των παλληκαριών της ηρωικής Κασσάνδρας δεν απέβη «επί ματαίω». Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο αντιπερισπασμός που έφερε στους Τούρκους η επανάσταση αυτή ήταν σοβαρός και μακροχρόνιος. Καθήλωσε επί εξάμηνο σχεδόν ισχυρές Τούρκικες δυνάμεις, στη Χαλκιδική γενικότερα μακριά δηλαδή από τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στη Νότια Ελλάδα όπου βέβαια η επανάσταση «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία» είχε ήδη ξεσπάσει.
Ο πόλεμος αυτός των τότε Κασσανδρινών μαχητών, με τους εφτά Τούρκους πασάδες, αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός κατά την μακραίωνα ιστορία της Κασσάνδρας.

ΤΙΜΟΛΕΩΝ Ι. ΜΑΚΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ομότιμος καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας
του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821
ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
Friday, February 21, 2020
Εμμανουήλ Παπάς (1773-1821)

Σερραίος μεγαλέμπορος, τραπεζίτης και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
Υπήρξε ο αρχηγός των εξεγερμένων Ελλήνων στη Μακεδονία κατά την επανάσταση του 1821.


Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα Σερρών (νυν Εμμανουήλ Παππά) το 1772. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το εμπόριο και απέκτησε μεγάλη περιουσία, παρά τις περιορισμένες γραμματικές γνώσεις του. Χρησιμοποίησε το αναμφισβήτητο κύρος του (και ως δανειστής των Τούρκων αγάδων) για να επιτυγχάνει ευνοϊκές αποφάσεις από την Οθωμανική Διοίκηση υπέρ των χριστιανών της περιφέρειας των Σερρών, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν πολλά προνόμια, χάρη στις δικές του ενέργειες. Όταν το 1817 ο διοικητής των Σερρών, Γιουσούφ Μπέης, προσπάθησε να τον εκβιάσει για να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό, αυτός κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του δικαιώθηκε. Επειδή, όμως, ο Γιουσούφ τον απείλησε με θάνατο αν επέστρεφε στις Σέρρες, αυτός παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε με τραπεζιτικές εργασίες.
Φλογερός πατριώτης, ο Εμμανουήλ Παπάς μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 21 Δεκεμβρίου 1819 από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο, άνθρωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη και αμέσως προσέφερε 1.000 γρόσια για την ενίσχυση των οικονομικών της. Όταν πληροφορήθηκε για το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και με προτροπή του ιδίου ναύλωσε το πλοίο του θρακιώτη καπετάνιου Χατζηαντώνη Βισβίζη και αφού το φόρτωσε με οπλισμό και άλλα εφόδια αναχώρησε στις 23 Μαρτίου του 1821 για το Άγιο Όρος, με στόχο να ξεσηκώσει τους Μακεδόνες κατά του Οθωμανού κατακτητή. Με κέντρο τη Μονή Εσφιγμένου, της οποίας ο ηγούμενος Ιωακείμ ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, ξεκίνησε την προετοιμασία για τη μεγάλη εξέγερση.
Οι συγκρούσεις που έγιναν στον Πολύγυρο στις 17 Μαΐου μεταξύ Ελλήνων κατοίκων και Τούρκων στρατιωτών, τον ανάγκασαν να επισπεύσει την κήρυξη της επανάστασης από τις Καρυές του Αγίου Όρους, όπου οι μοναχοί τον ανακήρυξαν «Αρχηγό και Προστάτη της Μακεδονίας». Την 1η Ιουνίου κατέλαβε την Ιερισσό και προχώρησε προς τα ενδότερα της Χαλκιδικής. Σύντομα, τα Οθωμανικά στρατεύματα υπό τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Αβδούλ Αβούδ ανέκτησαν τον έλεγχο της κατάστασης και μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1821 κατέστειλαν την εξέγερση. Καθοριστική ήταν η Μάχη της Κασσάνδρας (30 Οκτωβρίου), όταν οι δυνάμεις του Εμπού Λουμπούτ κυριολεκτικά πετσόκοψαν τους άνδρες του Χατζή Χριστοδούλου. Ο Παπάς μόλις που πρόλαβε να σωθεί και απογοητευμένος από την έλλειψη συμπαράστασης από τους μακεδόνες οπλαρχηγούς αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος.
Εκεί αντιμετώπισε τον κίνδυνο να συλληφθεί, καθώς οι μονές έχοντας συνθηκολογήσει με τον Αβδούλ Αβούδ, δέχθηκαν να του παραδώσουν τον Παπά για να τύχουν αμνηστίας και να απολαμβάνουν τα ίδια όπως και προηγουμένως προνόμια. Ένας μοναχός, ονόματι Κύριλλος, που ήταν επιφορτισμένος να τον συλλάβει, τον ειδοποίησε και έφυγαν μαζί με το πλοίο του Βισβίζη για την Ύδρα.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κι ενώ το πλοίο περιέπλεε τον Καφηρέα, ο Παπάς έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε σε ηλικία 49 ετών. Η κηδεία του έγινε με τιμές αρχιστρατήγου στην Ύδρα στις 5 Δεκεμβρίου του 1821. Στις 20 Νοεμβρίου του 1971 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν και εναποτέθηκαν κάτω από τον ανδριάντα του, που βρίσκεται στην Πλατεία Ελευθερίας των Σερρών.
Ο Εμμανουήλ Παπάς υπήρξε μια από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα. Ανιδιοτελής, δαπάνησε όλη την τεράστια περιουσία του (300.000 δίστηλα τάλληρα) για τους σκοπούς της Επανάστασης και κατόρθωσε αν και αγνοούσε τη στρατιωτική τέχνη να διατηρήσει ζωντανή για ένα εξάμηνο την επαναστατική εστία της Χαλκιδικής.
Από τα οκτώ αγόρια του (είχε και τρία κορίτσια από τον γάμο του με τη Φαίδρα) τα τρία έπεσαν στον Αγώνα: ο Αθανασάκης Παπάς (1794-1826) πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα, ο Γιαννάκης Παπάς (1798-1825) πολέμησε δίπλα στον Παπαφλέσσα και σκοτώθηκε στη Μάχη στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825) και ο Νικολάκης Παπάς (1803-1827) σκοτώθηκε στη Μάχη του Καματερού (27 Ιανουαρίου 1827).

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/736

Friday, February 21, 2020
Καπετάν Χάψας (Σταμάτιος Κάψας)

Το κανονικό του όνομα ήταν Στάμος (από το Σταμάτης) Κάψας. Οι πρόγονοί του κατάγονταν από την Κύψα, ένα μικρό χωριό, έναν οικισμό της Κασσάνδρας, που σαν ονομασία υπάρχει ακόμα και σήμερα. Βρίσκονταν στα δυτικά παράλια της Κασσάνδρας, κοντά στις Αγροτικές φυλακές. Από το Κύψα προήλθε το επίθετό τους Κάψας. Ο Στάμος ήταν ένα ιδιαίτερα όμορφο παλικάρι, δυνατό και ατρόμητο. Παντρεύτηκε μια Συκιώτισσα και μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι τους. Φαίνεται, η νύφη ήταν μοναχοπαίδι. Επειδή ζούσε στη Συκιά, δεν αναγράφεται το όνομά του στο γράμμα που έστειλαν, μόλις ξέσπασε η επανάσταση του 1821, οι πρόκριτοι της Κασσάνδρας προς τους Αγιορείτες μοναχούς.
Με την έναρξη της επανάστασης ο Χάψας, φαίνεται, οργάνωσε ανταρτικό σώμα εκεί στη Συκιά και συναντήθηκε με τον Εμμανουήλ Παπά, όταν εκείνος όργωνε τη Χαλκιδική, για να ξεσηκώσει τους πατριώτες και να τους οδηγήσει στην ελευθερία. Ο Εμμανουήλ Παπάς θαύμασε το παράστημα και τη σωματική δύναμη του Χάψα. Πιο πολύ όμως εντυπωσιάστηκε από τη θέρμη των πατριωτικών αισθημάτων του. Και χωρίς δισταγμό του ανέθεσε την αρχηγία των επαναστατικών δυνάμεων της νοτίου Χαλκιδικής.
Ο Χάψας μαζί με τα παλικάρια του απ’ τη Συκιά, τα περίφημα Συκιωτούδια, καμιά εξηνταριά, ξεκίνησε από το νοτιότερο άκρο της Σιθωνίας κι άρχισε να βαδίζει προς τα βόρεια με στόχο να φτάσει στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ο Εμμανουήλ Παπάς θα πήγαινε κι αυτός εκεί από τη βόρεια πλευρά της Χαλκιδικής και θα συναντιούνταν τα δυο σώματα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Η πορεία του Χάψα ήταν τόσο γρήγορη που έφτασε μέρες πριν από τον Εμμανουήλ Παπά. Η φήμη του διέτρεξε όλα τα τουρκοχώρια και τόσο πολύ φοβήθηκαν οι Τούρκοι που αντί Κάψα τον έλεγαν Χάψα, γιατί ήθελε να χάψει την Τουρκιά. Στο δρόμο κι άλλοι Χαλκιδικιώτες προστέθηκαν στο μικρό του στρατό. Έφτασε στο Σέδες κι εκεί στρατοπέδευσε.
Ο Μπαϊράμ πασάς, όταν το έμαθε, ετοίμασε το ασκέρι του. Τριάντα χιλιάδες πεζούς, πέντε χιλιάδες καβαλάρηδες και πυροβολικό. Οι πρώτες συγκρούσεις έγιναν έξω από τα Βασιλικά. Μπροστά σ’ αυτή την πλημμυρίδα του εχθρού οι Έλληνες αναγκάζονται να υποχωρήσουν πολεμώντας. Υποχωρώντας αναποδογυρίζουν κοφίνια μελισσών που βρίσκουν στο δρόμο τους. Οι μέλισσες μανιασμένες ορμούν κατά των οθωμανών και τους πανικοβάλλουν, τους καθυστερούν. Οι Έλληνες φτάνουν κάτω από την Αγία Αναστασία, στους αμπελώνες του μοναστηριού, στην τοποθεσία «Στασιομάνοι». Εκεί αποφασίζει ο Χάψας να δώσει τη μάχη του. Ξέρει ότι θα πεθάνει, αλλά το αθάνατο κρασί της ελευθερίας τον έχει μεθύσει κι αυτόν και τα παλικάρια του. Αψηφούν το θάνατο και πολεμούν. Και ένας-ένας πέφτουν ηρωικά. Τότε ο Χάψας βγάζει το σπαθί του και σαν λιοντάρι χύνεται στις τάξεις των Κονιάρων. Κόβει κεφάλια, διαπερνά με το σπαθί του αγαρηνά κορμιά. Κανένας δε μπορεί να τον σταματήσει παρά μονάχα ο θάνατος.
Προκαλεί σύγχυση και ταραχή στο ασκέρι του Μπαϊράμ πασά. Είναι 13 Ιουνίου 1821. Το παλικάρι πέφτει και καθαγιάζει με το αίμα του τον τόπο του μαρτυρίου. Το μέρος εκείνο τώρα ονομάζεται «οι κομμένοι» ή «Τα Συκιωτούδια» γιατί έπεσαν εκεί και τα 62 παλικάρια του.
Ο Χάψας άφησε έναν γιο, το Χρυσάφη. Ο Χρυσάφης έκανε τέσσερα παιδιά, τον Βασίλη, τον Στάμο, τον Στέργιο και τη Μαρούδα κι αυτοί άλλους πολλούς απογόνους.

Πηγή: Kασσάνδρα - Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

Friday, February 21, 2020
Αθανάσιος Σαραφιανός ή Κατούνας

Οπλαρχηγός του 1821 απο την Βάλτα της Κασσάνδρας

Ο Αθανάσιος Σαραφιανός ή Κατούνας γεννήθηκε στη Βάλτα γύρω στο 1790. Κατά την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας ήταν ένας από τους επιφανέστερους οπλαρχηγούς της Χαλκιδικής. Eπικεφαλής πολυάριθμου στρατιωτικού σώματος συμμετείχε στο κίνημα της πατρίδας του, όπου σε κάποια από τις διεξαχθείσες εκεί μάχες τραυματίστηκε στον θώρακα. Μετά την πτώση της Κασσάνδρας ακολουθώντας το ρεύμα των Χαλκιδικιωτών προσφύγων βρήκε καταφύγιο στη Σκόπελο, συνεχίζοντας παράλληλα τον πόλεμο με τους Οθωμανούς στη νότια Ελλάδα.
Ενταγμένος ως υπαξιωματικός στα Μακεδονικά στρατεύματα του Αν. Καρατάσου πολέμησε σε διάφορες περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου. Τον Οκτώβριο του 1824 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποχιλιάρχου. Το ίδιο έτος, αλλά και το 1825, υπό την αρχηγία του Καρατάσου έλαβε μέρος στη διαφύλαξη της Ύδρας, ενώ το προηγούμενο έτος έδωσε το παρόν με άλλους Μακεδόνες στην εκστρατεία των Ψαρών. Ίσως ταυτίζεται με τον Αθανάσιο Κασσανδρινό, ο οποίος το 1824 αναφέρεται στις πηγές ως μπουλουκτσής στο σώμα του οπλαρχηγού Θεοδ. Ζαχαρόπουλου στην Ύδρα. Το 1825 επίσης, με μπουλούκι τριάντα τεσσάρων ανδρών, πολέμησε με τον Κ. Μπίνο και τον Χρ. Ποριώτη τον Ιμπραήμ πασά στο Νεόκαστρο της Πελοποννήσου. Στις αρχές του 1828 συμμετείχε με άλλους Χαλκιδικιώτες οπλαρχηγούς στην εκστρατεία της Θάσου, όπου δυστυχώς, σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων του νησιού, σημειώθηκαν και έκτροπα από την πλευρά των Χαλκιδικιωτών καπετανέων.
Τον Μάιο του 1828 κατατάχθηκε στον νεοσύστατο τακτικό στρατό, τον οποίο οργάνωσε ο Καποδίστριας, ως εκατόνταρχος στην 10η εκατονταρχία του στρατιωτικού σώματος του Τόλια Λάζου. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς μετακινήθηκε στην Ζ´ Χιλιαρχία. To 1829 τέθηκε επικεφαλής εκατόνταρχος της Β΄ εκατονταρχίας της Β΄ πεντακοσιαρχίας της ίδιας χιλιαρχίας υπό τον πεντακοσίαρχο Αποστολάρα Βασιλείου από το Γομάτι. Οι στρατιωτικές του υπηρεσίες αναγνωρίστηκαν από τη διοίκηση του στρατού, έτσι στις αρχές του 1830 στα πλαίσια και της αναδιοργάνωσης του στρατού με τη συγκρότηση των Ελαφρών Ταγμάτων, προβιβάστηκε σε υποταγματάρχη του ΙΔ΄ τάγματος, βαθμό τον οποίο διατήρησε έως και το 1832. Τον Μάιο του 1831 συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του Τσάμη Καρατάσου κατά του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, ωστόσο λίγο αργότερα τον ίδιο μήνα επέστρεψε στα κυβερνητικά στρατεύματα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως το 1834 ο Αθανάσιος Σαραφιανός απολύθηκε από τον στρατό λόγω της συμμετοχής του σε κάποιον ξυλοδαρμό. Τον Ιούνιο του 1836 επανήλθε στην ενεργή στρατιωτική υπηρεσία και κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγας15 στην τετραρχία Λαμίας υπό τον συνταγματάρχη Ν. Πανουργιά. Την ίδια χρονιά μάλιστα τιμήθηκε με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού. Το 1837 εμφανίζεται σε στρατιωτικό κατάλογο αξιωματικών της τετραρχίας Λαμίας ως δικαιούχος νέου διπλώματος-παρασήμου. Στην Α΄ τετραρχία υπηρέτησε έως και το 1838. Σε έγγραφο των αρχών του ίδιου έτους ο Σαραφιανός αναφέρει πως δεν επιθυμεί να αποδεχθεί Εθνικές γαίες ως προικοδότηση καθώς δεν είναι σε θέση να τις καλλιεργήσει, αντίθετα επιθυμεί να παραμείνει ως ενεργός στρατιωτικός στη Φάλαγγα.
Λίγα χρόνια αργότερα τo 1845 προβιβάστηκε σε ταγματάρχη. Το 1847 τον εντοπίζουμε στις πηγές ως ταγματάρχη στο σώμα των Μακεδόνων στη Θήβα με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Κ. Μπίνο. Το 1848 επαινέθηκε από την υπηρεσία του για τη συμμετοχή του στη μάχη της Αλαμάνας με ληστές της Φθιώτιδας. Στον τακτικό στρατό παρέμεινε ενεργός έως το 1851, όταν αποφάσισε να υποβάλλει, ίσως και λόγω ηλικίας, αίτηση για την προικοδότησή του ως ταγματάρχης.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Νέα Πέλλα Αταλάντης Φθιώτιδας, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα από τα μέσα της δεκαετίας του 1830. Η αγάπη και η νοσταλγία του για την πατρίδα του Κασσάνδρα τον οδήγησαν και πάλι στη Χαλκιδική το 1854, ακολουθώντας τον Τσάμη Καρατάσο στο νέο επαναστατικό κίνημα που οργάνωσε ο Μακεδόνας οπλαρχηγός. Το ταξίδι του όμως αυτό έμελε να είναι και το τελευταίο καθώς, χωρίς να είναι γνωστές λεπτομέρειες, πληροφορούμαστε πως σκοτώθηκε στη Χαλκιδική το 1854, ίσως σε κάποια από τις συγκρούσεις με τον οθωμανικό στρατό που έλαβαν χώρα εκείνη την περίοδο στη χερσόνησο.
Σύζυγός του ήταν η Μαριγώ Στρατή από τη Λιβαδειά. Το 1865 η κόρη του Ζαφείρω, χήρα του Ηπειρώτη αγωνιστή Χρ. Μαλισόβα (γεν. 1820), υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για την αποκατάσταση των αγώνων του πατέρα της. Ο Αθανάσιος Σαραφιανός κατατάχθηκε στην Ε΄ τάξη των αξιωματικών με Α. Μ. 723 και προικοδοτήθηκε με 10080 γρόσια.

Νικόλαος Εμμανουήλ Παπαοικονόμου
Αρχαιολόγος - Συγγραφέας

Friday, February 21, 2020
Αναστάσιος Χιμευτός

Οπλαρχηγός του 1821
(Μια άγνωστη μορφή της επανάστασης από την Κασσάνδρα)


Μια από τις σημαντικότερες μορφές του επαναστατικού κινήματος του 1821 στη Χαλκιδική με σημαντική δράση και στη νότια Ελλάδα, ο Αναστάσιος Χιμευτός, δεν έχει λάβει ακόμη τη θέση που του αρμόζει στο πάνθεον των ηρώων της πατρίδας του. Οι έως τώρα ελάχιστες γνώσεις για το πρόσωπό του μας ώθησαν στο να πραγματοποιηθεί μια έρευνα για τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων στοιχείων προκειμένου να σκιαγραφηθεί η προσωπικότητα και η εν γένει δράση του.
Τα αποτελέσματα αυτής της ερευνητικής προσπάθειας ήταν ικανοποιητικά και ικανά να διαφωτίσουν άγνωστες εκφάνσεις του βίου του, τόσο στο επίπεδο της επαναστατικής και στρατιωτικής του παρουσίας στην Ελληνική επανάσταση, όσο και στη γνωστοποίηση της οικογενειακής του κατάστασης.
Ο Αναστάσιος Χιμευτoύ καταγόταν από επιφανή οικογένεια «αρματολών» της Κασσάνδρας. Η παράδοση αναφέρει ως τόπο γέννησής του τα Παζαράκια (Κρυοπηγή). Η ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται κατά προσέγγιση το 1793, χωρίς ωστόσο η πληροφορίες αυτές να έχουν πλήρως τεκμηριωθεί. Ακολουθώντας τον πατέρα του Χιμευτό συμμετείχε ως επικεφαλής ενόπλου στρατιωτικού σώματος Κασσανδρινών στις πολεμικές επιχειρήσεις του 1821 σε διάφορα σημεία της Χαλκιδικής. Μετά την πτώση της Κασσάνδρας ακολούθησε το ρεύμα των προσφύγων Χαλκιδικιωτών στις Βόρειες Σποράδες για να καταλήξει τελικά στη Σκόπελο, εντασσόμενος εκεί μαζί με τον Κωνσταντίνο Δουμπιώτη και άλλους συμπατριώτες του στα άτακτα Μακεδονικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Αναστασίου Καρατάσου. Παράλληλα διατήρησε επαφές με τον τόπο καταγωγής του έχοντας αφήσει πίσω τον πατέρα του γερο Χιμευτό. Πολέμησε στην Εύβοια το 1822, στο Τρίκερι Μαγνησίας και στη Σκιάθο το 1823, στα Ψαρά το 1824, στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές της νότιας Ελλάδας. Το 1824 με σώμα εκατόν ενενήντα ανδρών έλαβε μέρος στη διαφύλαξη της Ύδρας. Ακολούθησε η καταστροφική επέλαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Λίγους μήνες αργότερα το 1825 με εκατόν εβδομήντα έξι άνδρες υπό την οδηγία του κλήθηκε με τα υπόλοιπα άτακτα σώματα της Ύδρας να αντιμετωπίσει τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ στην περιοχή του Σχοινόλακκα και του Ναυαρίνου. Έπειτα από την αποτυχημένη αυτή προσπάθεια, παρά τις αρχικές επιτυχίες στο πεδίο της μάχης, επέστρεψε πάλι για μικρό χρονικό διάστημα στην Ύδρα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα νησιά του Αργοσαρωνικού τιμήθηκε με τον βαθμό του χιλιάρχου. Το καλοκαίρι του 1825, αφού ολοκληρώθηκε η αποστολή των Μακεδόνων στην Πελοπόννησο, ακολούθησε τους συμπατριώτες του στη Σκόπελο, αναμένοντας οδηγίες από την κεντρική διοίκηση του Αγώνα για τις επόμενες κινήσεις του. Έτσι τον Νοέμβριο του 1826, καλείται να αντιμετωπίσει, υπό τη διοίκηση του Αγγ. Γάτσου και του Αν. Καρατάσου τον Μουστάμπεη στη Φθιώτιδα. Η κακή οργάνωση και η υπεροπλία του εχθρού οδηγούν στην ήττα, ωστόσο ο Αν. Χιμευτός με αρκετούς συντρόφους του αναδεικνύεται ως ένας από τους πρωταγωνιστές στη μάχη της Αταλάντης. Τον επόμενο χρόνο κι ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν αμείωτες σε διάφορα σημεία της Στερεάς Ελλάδας, διατάχθηκε από την Γραμματεία Πολέμου μαζί με τους οπλαρχηγούς Κ. Δουμπιώτη και Κ. Μπίνο να τεθεί για άλλη μια φορά υπό τις οδηγίες του Αν. Καρατάσου και του Αγγ. Γάτσου, ακολούθησε η συμμετοχή του επικεφαλής διακοσίων είκοσι στρατιωτών στη μάχη των Τρικέρων Μαγνησίας τον Νοέμβριο του 1827. Κατόπιν επέστρεψε στη Σκόπελο και στις αρχές του 1828 συμμετείχε με άλλους μικροκαπετάνιους των Σποράδων στην εκστρατεία της Θάσου.
Τον Μάιο του 1828 ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του Κυβερνήτη Καποδίστρια για τη σύσταση του τακτικού στρατού των Χιλιαρχιών μετέβη με άλλους συμπατριώτες του Χαλκιδικιώτες και Μακεδόνες στα Μέγαρα και τοποθετήθηκε ως εκατόνταρχος στο νεοσύστατο σώμα των Ολυμπίων στρατιωτών υπό τη διοίκηση του Τόλιου Λάζου. Την ίδια χρονική περίοδο είχε περιπέτειες με τη δικαιοσύνη καθώς κατηγορήθηκε για πειρατική δράση και παραπέμφθηκε στο Θαλάσσιο Δικαστήριο. Τον Οκτώβριο του 1828 μετέβη για άγνωστο χρονικό διάστημα στην Κασσάνδρα, όπου προσπάθησε να οργανώσει νέο κίνημα σε συνεννόηση με οπλαρχηγούς του Ολύμπου. Ίσως βέβαια η επιστροφή του αυτή να σχετίζεται με τις κατηγορίες που είχε να αντιμετωπίσει στα πλαίσια της δίωξης της πειρατείας. Οι προσωπικές σχέσεις που διατηρούσε η οικογένειά του με τις οθωμανικές αρχές ήδη πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης και η εμπιστοσύνη που έτρεφε προς στο πρόσωπό του η οθωμανική διοίκηση οδήγησε το 1827 στην έκδοση ειδικού φιρμανιού σύμφωνα με το οποίο ο Αναστάσιος Χιμευτός θα διοριζόταν ως κοτζάμπασης της Κασσάνδρας. Απώτερος σκοπός των Οθωμανών ήταν η επανάκαμψη των διασκορπισθέντων κατοίκων της. Δεν αποκλείεται λοιπόν ως μια άλλη ερμηνεία της επιστροφής του στην πατρίδα του να θεωρηθεί ένας συνδυασμός συγκυριών, όπως προαναφέρθηκε. Στο διάστημα της παραμονής του στην Κασσάνδρα ενεπλάκη στη διαμάχη μεταξύ των Κασσανδρινών παροίκων των Σποράδων, κυρίως της Σκοπέλου και ορισμένων επιφανών εκπροσώπων τους σχετικά με τη διαχείριση του Κοινού Ταμείου (Κάσας) το οποίο είχε συσταθεί από τα έσοδα της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χερσονήσου της Κασσάνδρας (ξυλεία και ρητίνη). Τελικά λόγω της παρέμβασης στο συγκεκριμένο θέμα και των Οθωμανών αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αταλάντη στα τέλη του 1830.
Αναζητώντας επαγγελματική διέξοδο επανήλθε στον τακτικό στρατό σε μια δύσκολη ιστορικά περίοδο μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τον Μάρτιο του 1832 προβιβάστηκε σε χιλίαρχο. Συμμετείχε στις εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου εκείνης στην Πελοπόννησο και τραυματίστηκε στους Μύλους του Ναυπλίου. Μετά την έλευση του Όθωνα παρέμεινε στο στράτευμα και το 1836 εντάχθηκε στο νεοσύστατο σώμα της Φάλαγγας, στην Α΄ τετραρχία Λαμίας, παράλληλα τιμήθηκε με παράσημο Αργυρού Σταυρού. Το ίδιο έτος κατατάχθηκε ως λοχαγός στον Α΄ λόχο του Β΄ τάγματος Οροφυλακής Φθιώτιδας υπό τον Θ. Γρίβα. Το 1837 τιμήθηκε για άλλη μια φορά με το Αργυρό Σταυρό των Ιπποτών. Δύο χρόνια αργότερα το 1839 οι ανακατατάξεις στα σώματα της Εθνοφυλακής προκάλεσαν νέα μετάθεση του Χιμευτού ξανά από την Οροφυλακή στο σώμα της Φάλαγγας. Τελικά τοποθετήθηκε ως λοχαγός στο Α΄ τάγμα της τετραρχίας Λαμίας. Το 1843 προικοδοτήθηκε από το Ελληνικό κράτος για τις εκδουλεύσεις του στην πατρίδα με το ποσό των 8400 δραχμών, γεγονός που επαναλήφθηκε έπειτα από σχετική αίτησή του και το 1854. Σημαντικό γεγονός στην στρατιωτική του καριέρα υπήρξε το 1843 ο προβιβασμός του σε ταγματάρχη. Λίγα χρόνια αργότερα το 1847 τον συναντούμε στις πηγές ως ταγματάρχη στο σώμα των Μακεδόνων στη Θήβα με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Κ. Μπίνο. Το 1848 προβιβάστηκε ξανά αυτή τη φορά σε αντισυνταγματάρχη της «προικοδοτημένης Φάλαγγας». Τον ίδιο χρόνο επαινέθηκε από τη στρατιωτική διοίκηση για τη συμμετοχή του στις μάχες με τους ληστές της Φθιώτιδας στην Αλαμάνα.
Μετά τη συγκρότηση του προσφυγικού οικισμού των Μακεδόνων στην Αταλάντη εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί, μάλιστα το 1849 ήταν υποψήφιος για τη θέση του πρώτου δημάρχου Νέας Πέλλας, τελικά ωστόσο τη συγκεκριμένη θέση κατέλαβε ο Αθ. Χαλκιώτης από τα Σιποτνίκια (Ριζά). Εμφορούμενος αδιάλειπτα από τη φλόγα του πόθου για την απελευθέρωση της πατρίδας του Κασσάνδρας έλαβε μέρος το 1854 στην αποτυχημένη εκστρατεία του Τσάμη Καρατάσου στη Χαλκιδική.
Όσον αφορά στην οικογενειακή του κατάσταση γνωρίζουμε πως το 1820 νυμφεύθηκε την Γαρυφαλλιά Γεωργίου (γεν. 1805) με την οποία απέκτησε τρία παιδιά τον Γεώργιο (γεν. 1823), την Κεράσω (γεν. 1830) και τη Χριστοδουλιά (γεν. 1831). Ο Αναστάσιος Χιμευτός απεβίωσε στις 24 Ιουλίου 1855 στη Νέα Πέλλα, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1830. Το 1865 η σύζυγός του υπέβαλε αίτηση προς στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του κατά την επανάσταση. Έπειτα από απόφαση της ανωτέρω επιτροπής κατατάχθηκε στην Δ΄ τάξη των αξιωματικών με Α.Μ. 55934. Σήμερα ζουν στην Αταλάντη οι απόγονοι του αδελφού του Ιωάννη Χιμευτού, οι οποίοι διατηρούν και το ίδιο επώνυμο.

Νικόλαος Εμμανουήλ Παπαοικονόμου
Αρχαιολόγος - Συγγραφέας 

Friday, February 21, 2020
Άγγελος Συκιώτης ή Τζίτζου

Ο Συκιώτης οπλαρχηγός του 1821


Ο Άγγελος Συκιώτης ή Τζατζαρώνης ή Τζίτζου ή Ντεληάγγελος του Ιωάννη είχε καταγωγή από την Συκιά Χαλκιδικής. Δυστυχώς η πρόωρη θυσία του στον βωμό της απελευθέρωσης της πατρίδας δεν μας έχει διασώσει αξιόλογες λεπτομέρειες για τον βίο του και την στρατιωτική του δραστηριότητα. Η Συκιά και ο Παρθενώνας συμμετείχαν από την πρώτη στιγμή στο επαναστατικό κίνημα της Χαλκιδικής. Ως εκπρόσωπος του Λογγού (Σιθωνίας) επικεφαλής στρατιωτικού σώματος Συκιωτών και άλλων συμπατριωτών του από τα χωριά της περιοχής ο Άγγελος Συκιώτης έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις μάχες των Μαντεμοχωρίων, έως και την πτώση της Κασσάνδρας, οπότε και κατέφυγε στη Σκόπελο. Στις 6 Ιουνίου του 1821 ο Κασσανδρινός πρόκριτος Γιαννιός Χατζηχριστοδούλου σε επιστολή του προς τον Εμμ. Παπά τον πληροφορεί για τη διένεξή του με τον Αγγελή σχετικά με την ανάγκη η μη συνεπικουρίας καραβιών στην αντιμετώπιση του οθωμανικού κινδύνου. Από τα τέλη του 1821 με ορμητήριο τις Βόρειες Σποράδες και συχνά κάτω από τις οδηγίες του Αναστασίου Καρατάσου ο Αγγελής Συκιώτης έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μαγνησία και στην Εύβοια δίνοντας το παρόν στις μάχες των Τρικέρων, των Βρυσακίων, της Καρύστου και της Σκιάθου. Το 1824 ενταγμένος σε ένα πολυάριθμο σώμα Μακεδόνων παραβρέθηκε στην εκστρατεία των Ψαρών και βίωσε από κοντά το ηρωικό ολοκαύτωμά τους. Λίγο αργότερα το 1825 υπακούοντας σε διαταγή του Υπουργείου Πολέμου μετέβη στη νότια Ελλάδα και συμμετείχε με σώμα εκατόν εννέα ανδρών αρχικά και εκατόν τριάντα αργότερα στη διαφύλαξη της Ύδρας και στις μάχες που πραγματοποιήθηκαν με τον Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο της Πελοποννήσου.
Οι δύσκολες και ιδιαίτερες συνθήκες της δεκαετίας του 1820 δυστυχώς είχαν και τις αρνητικές τους συνέπειες στην προσπάθεια επιβίωσης τόσο των Χαλκιδικιωτών όσο και των υπολοίπων Μακεδόνων προσφύγων των Βορείων Σποράδων με αποτέλεσμα να σημειωθούν αρκετά έκτροπα από την πλευρά των εκεί διαμενόντων μικροκαπετάνιων. Η ανάγκη για την συντήρηση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και η εξασφάλιση του εφοδιασμού τους με πολεμικό υλικό αποτελούσαν πάντοτε τη δικαιολογία για τις κάθε είδους παρεκτροπές των Βορειοελλαδιτών οπλαρχηγών. Έτσι και ο Άγγελος κατηγορήθηκε για περιπτώσεις πειρατείας με τα δύο καράβια που είχε στην κατοχή του και έκνομης συμπεριφοράς σε βάρος ντόπιων πληθυσμών της Εύβοιας και των Σποράδων.
Τον Φεβρουάριο του 1826 κατά τη διάρκεια μιας εφόδου που πραγματοποίησε με τον Αγγελή Γάτσο στο Χόρτο της Μαγνησίας τραυματίστηκε στο αριστερό πόδι. Σε όλο το διάστημα των πρώτων χρόνων της επανάστασης ακολούθησε πιστά τις οδηγίες της διοίκησης του Αγώνα για την υπεράσπιση της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Τον Νοέμβριο του 1826 ωστόσο έπεσε ηρωικά στη μάχη της Αταλάντης αντιμετωπίζοντας με αυτοθυσία τα οθωμανικά στρατεύματα του Μουστάμπεη. Σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Κωλέττη ένα μήνα πριν από τον θάνατό του έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής : «...Εγώ ολοένα ετοιμάζομαι και περιμένω ανυπομόνως να συνιχθώσι όσον τάχιστα όλοι οι σύντροφοι δια να εκστρατεύσω εκεί όπου με διατάξετε...».
Οι μαρτυρίες για τον θάνατο του Αγγέλου Συκιώτη παραδόξως είναι αρκετές και τονίζουν όλες τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση του προκειμένου να θέσει και αυτός από την πλευρά του ένα λιθαράκι στα θεμέλια της ελεύθερης Ελλάδας. Αρκετοί ιστοριογράφοι της Επανάστασης, όπως ο Τρικούπης, ο Περραιβός, ο Σπηλιάδης, ο Κουτσονίκας και άλλοι στα απομνημονεύματά τους αναφέρουν την πολεμική σύγκρουση Ελλήνων και Οθωμανών στην Αταλάντη και εκθειάζουν τη θυσία του Αγγελή και άλλων Μακεδόνων πατριωτών οι οποίοι έπεσαν στο πεδίο της μάχης.
Σημαντική δράση στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 είχε και ο αδελφός του Αγγέλου Συκιώτη Αθανάσιος. Ενταγμένος στο στρατιωτικό σώμα του αδελφού του συμμετείχε στην επανάσταση της Χαλκιδικής μαχόμενος στο πλευρό του Εμμ. Παπά. Μετά την καταστροφή της πατρίδας του μετοίκησε στη Σκόπελο συνεχίζοντας τον Αγώνα υπό τον Καρατάσο στη νότια Ελλάδα έως το 1828. Το 1824 υπηρέτησε στο σώμα του Αθ. Εμμ. Παπά στην Πελοπόννησο. Επίσης το ίδιο έτος έλαβε μέρος υπό τον στρατηγό Θεόδ. Ζαχαρόπουλο στη διαφύλαξη των νησιών του Αργοσαρωνικού. Με τα μακεδονικά στρατεύματα πολέμησε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ωστόσο δεν γνωρίΖουμε ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τη δράση του. Το 1848 τιμήθηκε από τον Όθωνα με χάλκινο αριστείο και το 1849 με αργυρό. Απεβίωσε στην Αθήνα μετά το 1865 καθώς γνωρίζουμε ότι τη χρονιά εκείνη υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνα για τη δικαίωση των θυσιών του κατά την επανάσταση. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη των υπαξιωματικών με αριθμό παλαιού μητρώου 1347 και νέου 730.

Νικόλαος Εμμανουήλ Παπαοικονόμου
Αρχαιολόγος - Συγγραφέας  

Έρευνα για τους αγωνιστές του 1821 από τη Χαλκιδική
Friday, February 21, 2020
Τους τελευταίους δύο αιώνες ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821, μελετήθηκε διεξοδικά από τους ιστορικούς με αποτέλεσμα ο σύγχρονος ερευνητής της νεώτερης ελληνικής ιστορίας να έχει στη διάθεσή του πληθώρα συγγραμμάτων σχετικών με το θέμα. Γενικές ιστορίες, μονογραφίες και άρθρα πραγματεύονται σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα της εποχής και σκιαγραφούν με αρκετή σαφήνεια γνωστές και άγνωστες πτυχές της επανάστασης. Ωστόσο παρ’ όλη την πληθώρα του δημοσιευμένου αρχειακού υλικού παρέμειναν αρκετά κενά στη βιβλιογραφία, κυρίως όσον αφορά στους λιγότερο γνωστούς αγωνιστές του 1821. Η φήμη και τα κατορθώματα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, του Γεωργίου Καραϊσκάκη, του Αθανασίου Διάκου και όλων των υπολοίπων ονομαστών οπλαρχηγών επισκίαζαν την άγνωστη, ωστόσο ουσιαστική προσφορά των απλών Ελλήνων πολεμιστών οι οποίοι εγκατέλειψαν τα χωριά και τις πόλεις τους και ρίχτηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη στις μάχες κατά του Οθωμανού αντιπάλου.
Βέβαια δεν ήταν μόνο οι χιλιάδες των ανωνύμων αγωνιστών οι οποίοι δεν έτυχαν της αρμόζουσας προσοχής από την πλευρά της επίσημης ιστοριογραφίας, ανάλογη τύχη είχαν και ολόκληρες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώνουμε πως το μέγεθος της συνεισφοράς κάποιων τόπων της ελληνικής γης, στην επανάσταση αγνοείται προκλητικά από τα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας, αλλά και από την γενικότερη βιβλιογραφική παραγωγή. Μια από τις περιοχές αυτές υπήρξε και η Χαλκιδική. 
Τόσο οι παλαιότεροι ιστορικοί του 19ου αιώνα, όσο και οι νεώτεροι του 20ου, αφιερώνουν ελάχιστες γραμμές στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το 1821 στη Χαλκιδική και γενικότερα στη Μακεδονία. Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός της απόστασης που χωρίζει τη νότια από τη βόρεια Ελλάδα. Ιδιαίτερα σε παλαιότερες εποχές η ενημέρωση δεν ήταν εύκολη. Παρόλα αυτά έως τα μέσα του 20ου αιώνα ελάχιστες ήταν οι αναφορές στην ελληνική βιβλιογραφία για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο του 1821 στη Χαλκιδική. Τον δρόμο για μια πιο επισταμένη έρευνα σχετική με το επαναστατικό κίνημα του Εμμανουήλ Παπά άνοιξε ουσιαστικά ο Ι. Βασδραβέλλης μελετώντας το αρχείο του Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης και τους ιστορικούς του 19ου αιώνα. Ακολούθησε ο Ι. Μαμαλάκης με τη δημοσίευση ανέκδοτου αρχειακού υλικού από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και συμπλήρωσε ο Απ. Βακαλόπουλος με μια σειρά εργασιών για την περίοδο του 1821 στη Μακεδονία με την παράλληλη έκδοση του αρχείου της οικογένειας του Εμμανουήλ Παπά.
Κατά καιρούς διάφορες αναφορές στα συγκεκριμένα γεγονότα είδαν το φως της δημοσιότητας, με τη μορφή εργασιών, άρθρων ή έμμεσων παραπομπών προσθέτοντας πολύ σημαντικά νέα στοιχεία, τα οποία διαφώτιζαν άγνωστες εκφάνσεις της επανάστασης στις περιοχές του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας, των Μαντεμοχωρίων και των Χασικοχωρίων. Μπορεί βέβαια τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα να έτυχαν, όπως ήταν φυσικό, της προσοχής των ιστορικών, ωστόσο ένα μεγάλο κομμάτι της συζήτησης για το 1821, διέλαθε της αξιολόγησης και της δέουσας προβολής. Πρόκειται για την τύχη των πρωταγωνιστών των συγκεκριμένων γεγονότων, τόσο κατά τη διάρκεια του κινήματος, όσο και αργότερα μετά την πτώση της Κασσάνδρας. Σχεδόν για διακόσια χρόνια ελάχιστα στοιχεία ήταν γνωστά για την προσωπογραφία των Χαλκιδικιωτών αγωνιστών. Εκτός από δύο τρία ονόματα (Στ. Χάψας, Αν. Χιμευτός, Κ. Δουμπιώτης, Γιαν. Χατζηχριστοδούλου) υπήρχε πλήρης άγνοια για όλους εκείνους τους συμπατριώτες μας, που τον Μάιο του 1821 πήραν τα όπλα, χωρίς μάλιστα να έχουν ιδιαίτερες πολεμικές γνώσεις και ακολουθώντας τον Εμμανουήλ Παπά θυσιάστηκαν στα πεδία των μαχών του Εγρί Μπουτζάκ, των Βασιλικών και της Κασσάνδρας.
Ωστόσο η ιστορία δεν τελειώνει με την αποτυχία του εγχειρήματος για την απελευθέρωση της Χαλκιδικής. Πολλοί Χαλκιδικιώτες κατάφεραν να σωθούν από την οθωμανική λαίλαπα, διαφεύγοντας τόσο από την ίδια Κασσάνδρα, όσο και από άλλες περιοχές της χερσονήσου. Κυριότερος τόπος καταφυγής τους υπήρξαν τα νησιά των Σποράδων. Από τη Σκόπελο, τη Σκιάθο, την Αλόννησο και τη Σκύρο συνέχισαν τον αγώνα έως την έλευση του Καποδίστρια και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Όσον αφορά στην προσωπογραφία των αγωνιστών, πρωτοπόρος στην ανάδειξη του θέματος υπήρξε ο Γ. Χιονίδης με τη δημοσίευση των μητρώων που περιελάμβαναν τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες που συμμετείχαν στην επανάσταση και είχαν υποβάλει στις κατά καιρούς συσταθείσες επιτροπές αποκατάστασης των στρατιωτικών σχετικές αιτήσεις για την συνταξιοδότησή τους. Ο ίδιος ερευνητής δημοσίευσε αργότερα έναν σημαντικό κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης με τα ονόματα των Μακεδόνων παροίκων στη Σκόπελο του 1829, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Χαλκιδικιώτες.
Μια άγνωστη πτυχή της αναγνώρισης των θυσιών που έτυχαν πολλοί Χαλκιδικιώτες αγωνιστές του 1821 από την Ελληνική Πολιτεία είναι τα αριστεία που αιτήθηκαν και τις περισσότερες φορές τους απονεμήθηκαν από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ως επιβράβευση για τη συμβολή τους στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα της 20ης Μαΐου 1834 αποφασίστηκαν τα εξής: «προς αναγνώρισιν των εκδουλεύσεων όλων των αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών, των κατά ξηράν και κατά θάλασσαν Ελληνικών στρατευμάτων των αγωνισθέντων υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος, απονέμομεν εις έκαστον αυτών αριστείον (Medaille). To αριστείον (παράσημο) κρεμάμενον από ταινίαν κυανήν, προσαρτάται εις το αριστερόν μέρος του στήθους˙ είναι δε, δια μεν τους αξιωματικούς αργυρούν, δια δε τους υπαξιωματικούς χαλκούν, δια δε τους στρατιώτας και ναύτας σιδηρούν… Έκαστον αριστείον δίδεται δια διπλώματος… Όστις λάβει το αριστείον θέλει απολαμβάνει τα εξής δικαιώματα, να έχει τα πρωτεία εις τα εκλογάς, … να οπλοφορεί άνευ ιδιαιτέρας αστυνομικής αδείας, … να κατέχει τον πρώτον τόπον της τιμής μετά τας αρχάς, εις όλας τα εορτάς των Δήμων, … να είναι ελεύθερος πάσης σωματικής εργασίας δια τας γενικάς υπηρεσίας του κράτους και δια δημόσια καταστήματα».

Νικόλαος Εμμανουήλ Παπαοικονόμου
Αρχαιολόγος - Συγγραφέας

Στον παρακάτω πίνακα έγινε μια πρώτη προσπάθεια αποδελτίωσης των αποτελεσμάτων της έρευνας για τους αγωνιστές του 1821 από τη Χαλκιδική.
Πρώτα αναγράφεται ο τόπος καταγωγής και ο συνολικός αριθμός των αγωνιστών που κατέστη δυνατόν να γίνουν γνωστοί από κάθε χωριό, στην δεύτερη σειρά παρουσιάζονται όσοι Χαλκιδικιώτες επιβεβαιωμένα έχουν φάκελο στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Στην τρίτη σειρά καταγράφεται ο αριθμός των αγωνιστών που τιμήθηκαν με αριστείο, καθώς επίσης και το είδος αυτού.


ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 12
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Ανδρούλης Ιωάννης, Γεωργίου Ιωάννης, Ψαράς Ιωάννης, Κυρίτζης Αγγελής
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο, 1 σιδερένιο

ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 7
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Ιωάννου Αυγερινός, Νικολάου Πολύζος, Πολύζου Δημήτριος, Πολύζου Ιωάννης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 2 χάλκινα

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 17
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Δήμου Στέριος, Δήμου Κωνσταντίνος, Καρύδας Δήμος, Παπαθεοδόση Ιωάννης, Παύλου Στέριος, Στεριανού Δήμος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο, 4 σιδερένια

ΑΘΥΤΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 27
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αντωνίου Γαρόφαλλος, Καραβασίλης Βασίλης, Αλέξης & Δημήτριος, Χριστοδούλου Αλέξης & Δημήτριος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 4 χάλκινα, 2 σιδερένια

ΒΑΒΔΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 33
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Ξυνιάς ή Αβραάμ Βασιλικός & Θωμάς, Αργύρη Δημήτριος, Ιωάννου Γεώργιος, Πολίτης Ιωάννης, Πέτρου Παύλος, Ραφαήλ Γεώργιος, Στεριανού Δημήτριος, Τουρλίδης Ζαχαρίας
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 4 αργυρά, 1 χάλκινο, 4 σιδερένια

ΒΑΛΤΑ (Κασσάνδρεια) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 24
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αθανασίου Λιόλιος, Καρατζάς Διαμαντής, Κατούνας Αθανάσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 2 χάλκινα, 3 σιδερένια

ΒΑΡΒΑΡΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 2
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αστερίου Γεώργιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο

ΒΑΣΙΛΙΚΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 22
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Γεωργίου Τριαντάφυλλος, Παπαακριβού Θεόδωρος, Κότζογλου Βασίλειος Μόσχου Αθανάσιος, Τζαβελέκος Βασίλειος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 3 χάλκινα, 3 σιδερένια

ΒΡΑΣΤΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 6

ΓΑΛΑΡΙΝΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 5
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο

ΓΑΛΑΤΙΣΤΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 21
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Δημητρίου Γεώργιος, Πασαλής Κωνσταντίνος, Στέριου Κωνσταντίνος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 1 σιδερένιο, 1 χάλκινο

ΓΟΜΑΤΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 12
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Τσολάκης Δημήτριος, Αποστολάρας, Δημητρίου Γοβάνης, Εμμανουήλ Στέριος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο, 3 σιδερένια

ΔΟΥΜΠΙΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 15
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Δουμπιώτης Κωνσταντίνος, Βασιλικός, Νικόλαος, Εμμανουήλ, Τζάκας Αθανάσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 2 χάλκινα, 3 σιδερένια

ΕΠΑΝΟΜΗ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 24
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Βασιλείου Αργύρης, Θεοδώρου Χριστόδουλος, Λάμπρου Αγγελής, Ρηγάδης Γεώργιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο, 5 σιδερένια

ΙΕΡΙΣΣΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 14
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Γεωργίου Εμμανουήλ, Κοτρώνης Γεώργιος, Θεολόγου Γιοβάνης, Μπόικου Αθανάσιος, Πέτρου Αστέριος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 3 χάλκινα, 3 σιδερένια

ΙΣΒΟΡΟΣ (Στρατονίκη) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 11
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Θεοχάρη Βασίλειος, Κλονής Νικόλαος, Σταγειρίτης Δημήτριος, Τσιτσίκης Άγγελος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 σιδερένιο

ΚΑΛΑΝΔΡΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 5
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Γεωργίου Ιωάννης, Γεωργίου Κυπαρίσσης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 σιδερένια

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 214
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αδάμ Γεώργιος, Στέριος & Θεόδωρος, Ζορμπάς Λάμπρος, Αναγνώστη Γεώργιος, Αντωνίου Αθανάσιος, Βασιλείου Αθανάσιος, Γεωργίου Δημήτριος, Δημητρίου Αργύρης, Ηλία Δημήτριος, Ιωάννου Δημήτριος, Καραποστόλης Χριστόδουλος, Κασσανδρινός Γεώργιος, Γαροφάλλου Χριστόδουλος, Κοτζάς Ιωάννης, Κότζογλου Δημήτριος, Κυπαρίσση Σίμος, Ματζάτζος Σπύρος, Μίχου Μιχαήλ, Μπλόσκας Παπαδόπουλος Στρατής, Στέριου Αντώνιος, Τσατσαρώνης Ιωάννης, Τραμουντάνας Ιωάννης, Τσολάκης Ιωάννης, Χατζάκος Δημήτριος, Χρήστου Αθανάσιος, Λυριτζής Νικόλαος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 9 αργυρά, 17 χάλκινα, 7 σιδερένια

ΚΑΨΟΧΩΡΑ (Πευκοχώρι) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 8
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Ιωάννου Αντώνιος, Ιωάννου Μιχαήλ, Ρήγα Εμμανουήλ
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 1 χάλκινο, 1 σιδερένιο

ΚΡΗΜΝΗ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 6
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Φώτη Αθανάσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 σιδερένια

ΛΙΑΡΙΓΚΟΒΗ (Αρναία) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 18
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Χατζηευθυμίου Κωνσταντίνος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 σιδερένιο

ΛΙΒΑΔΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 22
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αθανασίου Δημήτριος, Εμμανουήλ Αθανάσιος, Σπύρου Νικόλαος, Στάμου Δημήτριος, Στέριου Αγγελής, Δημήτριος & Θεοδόσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 3 χάλκινα, 4 σιδερένια

ΛΟΚΟΒΗ (Ταξιάρχης) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 3
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό

ΜΑΔΕΜΟΧΩΡΙΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 61
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αθανασίου Απόστολος, Αντωνίου Ιωάννης, Θεοδώρου Ιωάννης, Κότζογλου Αθανάσιος, Σαρλή Στέριος, Χίμος Μιχαήλ, Νικολάου Κωνσταντίνος, Παπαδημητρίου Στεριανός, Παπαϊωσήφ Ανδρέας, Πέτρου Παναγιώτης Στέριου Ακριβός, Στυλούδης Δημήτριος & Ιωάννης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 5 αργυρά, 3 χάλκινα, 8 σιδερένια

ΜΕΤΑΓΓΙΤΣΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 10
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Ζαχαρία Αθανάσιος, Ιωάννου Αλεξανδρής
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο, 4 σιδερένια

ΝΕΟΧΩΡΙ ΕΠΑΝΟΜΗΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 8
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Δημητρίου Αλέξης

ΝΙΚΗΤΗ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 7

ΟΡΜΥΛΙΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 3
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Κόπανος Μιχαήλ
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 σιδερένιο

ΠΑΖΑΡΑΚΙΑ (Κρυοπηγή) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 6
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Χιμευτός Αναστάσιος, Χιμευτός Ιωάννης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά

ΠΑΖΑΡΟΥΔΑ (Απολλωνία) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 1
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο

ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 8
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αδάμ Ιωάννης, Σκανδάλης Δημήτριος & Κωνσταντίνος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο, 6 σιδερένια

ΠΑΛΙΟΥΡΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 8
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 31
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Βέργου Γεώργιος, Γεωργίου Δημήτριος, Τσατσαρώνης Γεώργιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 5 χάλκινα

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 24
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Γεωργίου Ιωάννης, Ιωάννου Γεώργιος, Μακρής Ιωάννης & Δημήτριος, Παναγιώτη Αναστάσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 3 χάλκινα, 6 σιδερένια

ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 37
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αποστόλου Ιωάννης, Αργύρη Αθανάσιος, Δάσκαλος Γεώργιος, Μακρής Αναστάσιος & Γεώργιος, Πανέλης Αθανάσιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 αργυρά, 2 χάλκινα, 6 σιδερένια

ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 5
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 σιδερένια

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 14
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Πέτικου Γεώργιος, Ιωάννου Βασίλειος, Στέριου Βασίλειος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο, 2 σιδερένια

ΡΑΒΝΑ (Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 5

ΡΕΒΕΝΙΚΙΑ (Μεγάλη Παναγία) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 4
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αγγέλου Θεόδωρος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο

ΣΑΝΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 1
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο

ΣΙΠΟΤΝΙΚΙΑ (Ριζά) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 8
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αθανασίου Βασίλειος, Αντωνίου Στέριος, Χαλκιώτης Αθανάσιος, Χρήστου Βασιλικός
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο

ΣΤΑΝΟΣ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 5
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Οικονόμου Χρήστος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό

ΣΥΚΙΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 50
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Σκόνδρας Αθανάσιος, Ιωάννου Αναστάσιος & Γεώργιος, Μουστάκας Στέριος, Λιάπης Γεώργιος, Σκοτίδας Αναστάσιος, Συκιώτης Άγγελος & Αθανάσιος, Καραστάθης Στάθης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 χάλκινο, 8 σιδερένια

ΤΣΑΠΡΑΝΙ (Νέα Σκιώνη) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 18
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αναγνώστη Γεώργιος, Ιωάννου Γαβριήλ, Σταμάτη Γεώργιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 1 χάλκινο, 1 σιδερένιο

ΦΟΥΡΚΑ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 14
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Αθανασίου Βασιλικός, Πολυχρόνη Ιωάννης, Φιλίππου Γεώργιος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 2 χάλκινα

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΑΔΙΑΓΝΩΣΤΟΙ - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 41
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Βουργαράκης Ιωάννης, Καραΐσκος Δημήτριος, Δημητρίου Αναστάσιος, Μιχαήλ Κωνσταντίνος, Παύλου Χρήστος, Ράντος Χρήστος, Τόλιου Κωνσταντίνος, Φιλίππου Κωνσταντίνος & Χρήστος
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 αργυρό, 3 χάλκινα

ΧΩΡΟΥΔΑ (σήμερα δεν υφίσταται) - Γνωστά ονόματα αγωνιστών 1821: 3
ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΦΑΚΕΛΟ: Μιχαήλ Ελευθέριος & Θεοχάρης, Παπαδημητρίου Παναγιώτης
ΤΙΜΗΘΕΝΤΕΣ ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΙΟ: 1 σιδερένιο 

© Sunspot Web Design 2015-2020 ®
Σαν την Χαλκιδική... δεν έχει !
Φως, ήλιος, καυτό αεράκι, θάλασσα, απέραντο γαλάζιο, μαγευτικές ακρογιαλιές, υπέροχες παραλίες, νησάκια λουσμένα στο χρώμα, ο ήχος των τζιτζικιών, βαρκάδες, παιχνίδια στην άμμο, βουτιές από ψηλούς βράχους, μακροβούτια, εξερεύνηση με μάσκα και βατραχοπέδιλα, βόλτες με θαλάσσιο ποδήλατο, θαλάσσια σπορ, μάζεμα κοχυλιών, ατελείωτα ηλιοβασιλέματα, φεγγαρόστρατες με πανσέληνο, μουσική, συναυλίες, ζεστές νύχτες κάτω από τα αστέρια, θερινό σινεμά, μουσική και χορός, φεστιβάλ, βόλτα στους αρχαιολογικούς χώρους, βυζαντινοί πύργοι και εκκλησίες, ουζάκι και ρετσίνα, τσίπουρο με μύδια αχνιστά, χταποδάκι στα κάρβουνα, ψάρια στην σχάρα με παγωμένη Μαλαγουζιά, πράσινες ελιές Χαλκιδικής, λιαστές ντομάτες, υποβρύχιο βανίλια, σπιτική παγωμένη βυσσινάδα, καρπούζι, σταφύλι, παγωμένος φραπέ, δροσερά κοκτέιλ στο κύμα συνδυασμένα με την Ελληνική φιλοξενία κάνουν την Χαλκιδική έναν από τους πρώτους τουριστικούς προορισμούς για εκατομμύρια ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο !

No place like Halkidiki !

Light, sunshine, hot breeze, sea, endless blue, magnificent beaches, beautiful seasides, colorful islands, the sound of diving, boating, games in the golden sand, long dives, exploration with flippers, sea biking, water sports, seashells collecting, endless sunsets, full moon nights, concerts, hot nights under the stars, summer cinema, music and dancing, festivals, walks to archaeological sites, Byzantine towers and churches, ouzo and retsina, tsipouro with sour mussels, grilled octopus, grilled fish with frozen Malagousia wine, green olives of Halkidiki, sun dried tomatoes, underwater vanilla, homemade sour cherry juice, watermelon, grapes, frozen coffee frappι, cool cocktails in the wave combined with Greek hospitality, Halkidiki is one of the first tourist destinations for millions of travelers from all over the world!